11 Δεκ 2009

Μερικές φωτογραφίες από το χωριό. Μια εικόνα είναι χίλιες λέξεις..


25 Οκτ 2009

Το αλώνι μας

Το χωριό μας έχει το όνομά του από τα αλώνια. Αυτό σημαίνει ότι ήταν χωριό με πολλά σιτάρια. Δεν υπήρχε οικογένεια που να μην έχει σιτάρι. Δίπλα στο χωριό, στη θέση "Αλώνια" πρέπει να ήταν πέντε ή εφτά αλώνια. Γύρω στο 1960 έγινε το καινούργιο Σχολείο και τα περισσότερα τα "έφαγε" η μπουλντόζα. Μετά το δήθεν γήπεδο και ο δρόμος αποτελείωσαν την εικόνα. Σήμερα μπορεί να φαίνονται τα ίχνη δύο ή τριών από αυτά.

Το σιτάρι μας, ως προϊόν και αγαθό σε μια κλειστή οικονομία "ιδιοπαραγωγής για ιδιοκατανάλωση", το πιο βασικό αγαθό, είχε τέσσερεις βασικούς κύκλους εργασίας. Το όργωμα του χωραφιού, που γίνονταν νωρίς τον Οκτώβρη, η σπορά που γίνονταν τον Νοέμβρη, ο θέρος στις αρχές Ιουλίου και αμέσως μετά το αλώνισμα. Την άνοιξη, Απρίλη - Μάη γίνονταν και το βουτάνισμα, να απαλλάξουμε το σιτάρι από τα ζιζάνια και την καβαλαρού. Πάντα εφραρμόζαμε την αμειψισπορά, ποτέ δεν σπέρναμε το ίδιο χωράφι στάρι. Τη μιά χρονιά βάζαμε καλαμπόκι ή ρεβύθια και την άλλη χρονιά στάρι. Αυτό ήταν κανόνας.
Δεν είναι η ώρα για να αναφερθώ αναλυτικά σε όλα αυτά, γιατί θέλει πολύ χρόνο και διάθεση μνήμης. Ούτε για το θέρο, τα δεμάτια, τις θημωνιές, το κουβάλημα στο αλώνι κλπ.

Δεν είχα σκοπό να αναφερθώ στο αλώνι μας, αλλά "σκαλίζοντας" το αρχείο των φωτογραφιών έπεσα επάνω του. Θα ήταν αδικία να μην "ξεσκονίσω" λίγο τη μνήμη. Να μην του αφιερώσω λίγο χρόνο...

Το αλώνι, όπως είναι σήμερα...
χωμένο μέσα στα χώματα και τις αγριάδες και χωρίς τον "στροιερό"


Ήταν σημείο αναφοράς, βασικός τόπος για πολλές δραστηριότητες, κυρίως γιατί δέσποζε στην περιοχή. Ήταν εκατό μέτρα πάνω από το σπίτι, δυτικά, στο αντέρισμα για να έχει αέρα, και στο δρόμο των ζώων μας όταν "σκάριζαν" ν' ανηφορίσουν για το λόγγο ή για την Ασβεσταριά και τ' "Καμεν' τ' Αλώνι"

Δίπλα του έστεκε το "δέντρο", μια αιωνόβιο βελανιδιά, η οποία φιλοξενούσε όλα τα πουλιά που περνούσαν στην περιοχή. Από κυριαρίνες και γκζάνες, φάσες και αγριοπερίστερα, γεράκια και κοράκια, ό,τι μπορεί να βάλει ο νούς σας.

Στη σκιά του, το καλοκαίρι με τις μεγάλες ζέστες κοιμόμασταν, γιατί είχε αέρα και δροσιά. Όταν είχαμε "αλώνι", κάτω από το δέντρο ήταν το "σπίτι" μας. Όλη η οικογένεια ήταν όλη μέρα εκεί. Το αλώνισμα κρατούσε πολλές μέρες. Είχαμε τρία "αλώνια" να κάνουμε στις καλύτερες χρονιές. Αλλά η δουλειά συνεχίζονταν με το λίχνισμα και το κουβάλημα του άχυρου στην καλύβα, που ήταν ακριβώς από κάτω. Μια δύσκολη δουλειά, γιατί σε έτρωγε η αγάνα. Αλλά το διασκεδάζαμε πολύ.
Αν ήμασταν άτυχοι και έπιανε καμιά βροχή, τρέχαμε να το σκεπάσουμε με τα νάυλον, τις κουρελούδες και τα δικράνια. Μια φορά, το λέω πάντα, ήταν τόσο δυνατή η μπόρα που πλημμύρισαν όλα τα ρυάκια. Μπήκε το νερό μέσα στο αλώνι και παραλίγο να μας το πάρει. Κλαίγαμε όλοι προσπαθώντας να το σώσουμε με τα φτιάρια...

Το αλώνι μας στη βόρεια πλευρά του είχε τοίχο με μια "παραθύρα". Ήταν στρωμένο με άσπρες και σκουροκόκκινες πλάκες από το "βράχο" και τα "στεφάνια". Λίγες μέρες πριν το αλώνισμα, έπρεπε να καθαριστεί από τις αγριάδες γύρω από τις πέτρες και τα χώματα που έφερναν οι βροχάδες. Ήταν ένα μπελάς, γιατί έπρεπε με την τσάπα ή την σκεπαρνιά να το ξύσεις κυριολεκτικά και να το σκουπίσεις με το σάρωμα. Το σάρωμα ήταν ή ελατίσιο κλαδί ή κέδρινο. Το καθάρισμα κράταγε μια δυό μέρες. Στη μέση ήταν ο στροερός, ένα παλούκι χοντρό, χωμένο καλά και στεριωμένο, στο οποίο δέναμε το άλογο ή τις αγελάδες, αν κάναμε με τις αγελάδες αλώνι. Συνήθως κάναμε με το άλογο, τον ντορή μας, και βάζαμε καμιά φορά και τη γαιδούρα μαζί του.

Αυτά για σήμερα. Η θύμιση είναι νοσταλγική και δυστυχώς φέρνει συγκίνηση. Σταματώ...
Πώς φαίνεται το χωριό από το αλώνι, σήμερα.
Μεγάλωσαν και τα δέντρα...

9 Ιουλ 2009

Η μετανάστευση στις αρχές του αιώνα
και οι Αραχωβιτσιώτες

Μια και το έφερε η κουβέντα για τους μετανάστες, με αφορμή πάντα το facebook του Χρήστου Σταμέλλου στην Αυστραλία, δείτε μια περιγραφή που άντλησα από το blog του χωριού ΑΝΔΡΟΝΙΑΝΟΙ της Κεντρικής Εύβοιας

"Ο άνθρωπος πάντα, όταν ο τόπος που γεννήθηκε δεν του προσφέρει εκείνα που θέλει για να ζήσει μια ζωή υποφερτή και μέσα στα υπάρχοντα κοινωνικά πλαίσια, πασχίζει να βρει καλύτερη τύχη. Έτσι αρχίζει η μετακίνηση και η αναζήτηση καλύτερης τύχης. Όταν λέμε μετανάστευση, εννοούμε το φαινόμενο της μετακίνησης του πληθυσμού από την πατρική του γη ή σε ξένες χώρες (η λεγόμενη εξωτερική μετανάστευση) ή σε άλλο τόπο της ίδιας χώρας (η λεγόμενη εσωτερική μετανάστευση) με σκοπό πάντα, και στις δυο περιπτώσεις, την αναζήτηση μιας καλύτερης τύχης. Η μετακίνηση αυτή του πληθυσμού παρουσιάζεται όταν το περιβάλλον κοινωνικό, οικονομικό κλπ., μέσα στο οποίο ζει και κινείται το άτομο, δεν του παρέχει τη δυνατότητα να εκπληρώσει τις επιδιώξεις του και να ικανοποιήσει τις φιλοδοξίες του.

Βρισκόμαστε στα τέλη του 18ου με αρχές του 19ου αιώνα. Η χώρα μετά από συνεχείς πολεμικές αναμετρήσεις και την κήρυξη σε πτώχευση του Κράτους από τον Χαρίλαο Τρικούπη του 1883 βρίσκεται σε δεινή οικονομική θέση. Ο κόσμος τα φέρνει πολύ δύσκολα σε μια χώρα οικονομικά εξουθενωμένη και πολιτικά αβέβαιη. Ο μύθος της “Γης της επαγγελίας”, διαπερνά απ’ άκρου σε άκρο όλη τη χώρα. Περίπου 25.000 άνθρωποι εγκαταλείπουν ετησίως τη χώρα και ξεκινούν για τη χώρα που υπόσχεται πλούτο και ευημερία, “ευκαιρίες” και στους λιγότερο τυχερούς, την Αμερική. Οι Έλληνες που μετανάστευαν στις υπερπόντιες χώρες, εκτός από τη σωματική ικανότητα, δε διέθεταν άλλο προσόν. Έφταναν στον Πειραιά και αντίκριζαν για πρώτη φορά θάλασσα και βαπόρια. Ήταν αγράμματοι, λίγοι είχαν τελειώσει το Δημοτικό, “άβγαλτοι” και αθώοι, στερημένοι άνθρωποι, πού δεν είχαν συνείδηση της δύναμής τους, ούτε φυσικά των δικαιωμάτων τους. Δηλαδή ήταν το κατάλληλο υλικό για εκμετάλλευση.

Οι Αμερικάνοι για δικούς τους ιστορικούς-εθνικούς λόγους έχουν καταβάλει προσπάθειες και έχουν καταγράψει (σε μεγάλο βαθμό) τους οργανωμένους μετανάστες που ήρθαν στην χώρα τους από τα τέλη του 19ο μέχρι τον 20ο αιώνα. Ο κύριος όγκος των μεταναστών ερχόταν μέσω της Νέας Υόρκης, του μητροπολιτικού κέντρου της Αμερικής. Οι επιβάτες της πρώτης και δεύτερης θέσης των ατμόπλοιων αφού περνούσαν ένα τυπικό έλεγχο από τις Αρχές και δεν υπήρχε κάποιο κώλυμα (πρόβλημα υγείας ή νομιμότητας) αποβιβάζονταν στο λιμάνι. Αντίθετα οι επιβάτες της τρίτης θέσης (στα πλοία της εποχής, η τρίτη θέση ήταν οι χώροι κάτω από το κατάστρωμα) μεταφέρονταν με βάρκες στη νήσο Ελις (Ellis Island) έξω από το λιμάνι της Νέας Υόρκης όπου λειτουργούσε μεγάλος μεταναστευτικός σταθμός. Εκεί εξετάζονταν από τις Αρχές, πιστοποιούνταν τα ταξιδιωτικά τους έγγραφα και περνούσαν από ιατρικό έλεγχο. Υπολογίζεται ότι από το 1880 έως το 1930 πάνω από 27,000,000 μετανάστες ήρθαν στην Αμερική από τους οποίους περίπου 20,000,000 εισήλθαν μεσω της νήσου Ελις (Ellis Island).

Από την περιοχή μας, με δεδομένες τις δύσκολες συνθήκες της εποχής, είναι γνωστό ότι αρκετοί συγχωριανοί μας ακολουθώντας το ρεύμα των καιρών, μετανάστευσαν προς τις Η.Π.Α. στις αρχές του 20ου αιώνα αναζητώντας μια καλύτερη τύχη και την ελπίδα ότι θα αποκτήσουν ότι χρειάζεται για να επιστρέψουν εφοδιασμένοι για μια καλύτερη ζωή. Προορισμός τους η πόλη που υπάρχουν συγγενείς, φίλοι και γνωστοί και απασχολούνται σε οποιαδήποτε δουλειά μπορούσαν κάτω από άθλιες πολλές φορές συνθήκες. Συνηθισμένα επαγγέλματα της εποχής είναι στιλβωτές υποδημάτων, λαντζιέρηδες, εργάτες μεταλλείων, βιομηχανικοί εργάτες, εργάτες σιδηροδρόμων, και πλανόδιοι πωλητές φρούτων, λαχανικών κ.λ.π. Πολλοί γύρισαν πίσω με ή χωρίς κάποιο «κομπόδεμα» ενώ άλλοι έμειναν εκεί, έκαναν οικογένειες, εξασφάλισαν μία σύνταξη ή χάθηκαν.

Από τα αρχεία των μεταναστών που πέρασαν από την νήσο Ελις (Ellis Island) προσπάθησα και βρήκα αρκετούς συγχωριανούς μας που μετανάστευσαν στην Αμερική (Η.Π.Α.) την περίοδο 1900 -1930. Ο μεταναστευτικός αυτός σταθμός άνοιξε τις πύλες του το 1892 και έκλεισε «ουσιαστικά» το 1924 όταν με νόμο των Η.Π.Α. περιορίσθηκε η μετανάστευση στους 164,000 ετησίως. Ο σταθμός αυτός έκτοτε λειτούργησε περισσότερο σαν κέντρο απέλασης των παράνομων στη χώρα μεταναστών.

Είναι σχεδόν βέβαιο ότι και άλλοι χωριανοί θα μετανάστευσαν στην Αμερική την ίδια περίοδο, μπορεί όμως να αποβιβάστηκαν σε άλλα λιμάνια όπως η Βοστόνη, η Φιλαδέλφεια, κ.λ.π. Επίσης, μερικοί ίσως δήλωσαν σαν τόπο καταγωγής-κατοικίας την Κύμη, την Εύβοια (συναντάται συχνά στα αρχεία) ή και την Αθήνα και όχι το χωριό μας από το οποίο ξεκίνησαν. Το σημαντικότερο βέβαια στοιχείο το οποίο δυσκολεύει την προσπάθεια ανεύρεσης είναι τα ελληνικά επίθετα όπως γράφονταν στα αγγλικά με διαφορετικούς κατά περίπτωση χαρακτήρες. Πολλές φορές εμφανίζονται εντελώς παραποιημένα ή λανθασμένα με αποτέλεσμα η προσπάθεια ανεύρεσης και καταγραφής να είναι αδύνατη ή να εμπεριέχει και λάθη.

Πιστεύω ότι ο πίνακας αυτός περιλαμβάνει αρκετούς από τους συγχωριανούς μας που μετανάστευσαν στις Η.Π.Α. στις αρχές του 20ου αιώνα και είναι εντυπωσιακός αν λάβουμε υπόψη τον πληθυσμό του χωριού , των δυσκολιών της εποχής και τις αντιξοότητες των ταξιδιών. Για όσους θέλουν να δουν περαιτέρω στοιχεία και γνωρίζουν αγγλικά μπορούν μέσω του internet να επισκεφτούν το δικτυακό τόπο www.ellisisland.org. όπου είναι καταγεγραμμένες σημαντικές και πολύ ενδιαφέρον πληροφορίες – ιστορικά στοιχεία.

Τα στοιχεία που καταγράφονται και θα δούμε στη συνέχεια, είναι:
1. Το όνομα του μετανάστη
2. Ο Τόπος της καταγωγής του
3. Η ηλικία του και το φύλο
4. Αν ήταν παντρεμένος ή όχι
5. Η ημερομηνία άφιξης στη Νέα Υόρκη
6. Το όνομα του πλοίου που ταξίδεψε
7. Το λιμάνι απ’ όπου αναχώρησε
Ακόμα δίδονται και κατάλογοι επιβατών των πλοίων.

Αυτοί οι πίνακες επιβατών παραπέμπουν συχνά σε παρέες μεταναστών από το ίδιο χωριό που συνταξίδευαν, γεγονός που όχι μόνο καταδεικνύει το μαζικό χαρακτήρα που είχε πάρει τότε η φυγή για τη γη της Επαγγελίας, αλλά και το οποίο, μέσα στην αγωνία τους για το άγνωστο, τόνωνε κάπως το ηθικό των μεταναστών να συνταξιδεύουν με φίλους, συγγενείς, συγχωριανούς ή έστω συντοπίτες".

Το ίδιο ακριβώς ισχύει πιστεύω για όλα τα ελληνικά χωριά, που πέρασαν κι από αυτό το στάδιο της μετανάστευσης για αναζήτηση καλύτερης τύχης. Άλλοι γύρισαν στην πατρίδα, πολλοί πρόκοψαν στην Αμερική και πολλοί επίσης χάθηκαν στις κακουχίες της ξενητιάς
Βρίσκουμε δύο εγγραφές για τον παπού. Έφυγε το 1912, 30 ετών, από το λιμάνι της Πάτρας
Name of Passenger Residence Arrived Age on Arrival
1. Evagelos Stamelos Arahebitsa, Greece 1912 30
2. Evagelos Stamelos Arahovitson, Greece 1912 30

7 Ιουλ 2009

Με αφορμή το facebook του Χρήστου Σταμέλλου

Χθες το βράδυ είδα το facebook του Χρήστου Σταμέλλου, που ζει στην Αυστραλία. Πρέπει να είναι του Γιάννη, εγγονός του μπαρμπα - Χρήστου του Σταμέλλου. Τον Γιάννη τον θυμάμαι πολύ λίγο, ερχόταν καμιά φορά στην εξοχή, στο σπίτι. Ζούσαν κι αυτοί στο ποτάμι, απέναντι. Του έστειλα ένα μήνυμα και μου απάντησε αμέσως. Περιμένω να μου πει περισσότερα. Μην ξεχνάμε ότι κι αυτοί πήγαν οικονομικοί μετανάστες στην Αυστραλία και ο Χρήστος είναι δεύτερης γενιάς. Για να θυμούμαστε τί σημαίνει και τί σήμαινε τόσα χρόνια για την Ελλάδα "οικονομικός μετανάστης". Στην Αυστραλία, στη Γερμανία, στον Καναδά, στην Αμερική, στη Σουηδία και αλλού. Ακόμα και στη Λιβύη και στην Αραβία.

Σήμερα κουβεντιάζαμε με τον πατέρα για τον παπού, που πήγε στην Αμερική το 1912 και γύρισε μετά από οχτώ χρόνια, το 1920. Άφησε πίσω του την οικογένεια και έγινε οικονομικός μετανάστης για να δοκιμάσει την τύχη του. Γύρισε σχεδόν άφραγκος. Είμαστε οικογένεια που δοκίμασε τη μετανάστευση... Δεν είναι τυχαίο πώς και με τί ανθρωπιά αντιμετωπίζουν οι γονείς μας τους αλβανούς στα χωριά. Πόσες φορές δεν είπαμε, πού είναι ένας αλβανός να μας κάνει καμιά δουλειά στο χωριό, που χρειαζόμαστε.

Εδώ δείτε το facebook του Χρήστου: http://www.facebook.com/reqs.php#/profile.php?id=1203180647&ref=ts

19 Ιουν 2009

Θέλαμε κι εμείς να πάμε αυτοκίνητο στην "εξοχή". Λέγαμε μήπως μπορέσουμε καμια φορά να φτιάξουμε το σπίτι, για να μην πέσει. Κυρίως η στέγη είναι το πρόβλημα. Λόγοι συναισθηματικοί. Αλλά "ουδέν κακόν αμιγές καλού" που λέγανε και οι πρόγονοί μας. Η μπουλντόζα και τα γκρέιντερ δεν είναι καμιά ανώδυνη υπόθεση. Μας στεναχωρεί όταν βλέπουμε τα "όχτια" και τις σούδες κομένες από τα βαρειά μηχανήματα. Αλλά τί να κάνουμε. "Τόσα χρόνια που τον χρειαζόμουνα εγώ το δρόμο, δεν μου τον έφτιαχναν" λέει ο πατέρας πικραμένος, "τώρα τί να τον κάνω..."
Εδώ ο κυρ Λευτέρης από κοντά στο γκρέιντερ, λες και οδηγεί το σιδηράλετρο μην του ξεφύγει απ' την αυλακιά. Κόβεται η συνήθεια;

Πήγα λοιπόν να βοτανίσω τα κρεμύδια, χωμένα ήταν μέσα στα βλήτα, να σκαλίσω τις φασουλιές και να βάλω τα παλούκια. Έχει μπόλικη δουλειά η οικολογική (φυσική) γεωργία. Οι πατάτες έχουν πετάξει αρκετά, οι ντομάτες κρατάνε, οι αγγουριές το ίδιο. Κρεμμύδια θα πάρουμε αρκετά. Τώρα για πολλά φασόλια, δεν το βλέπω. Μια φορά τη βδομάδα πότισμα, και αν..., πάνε σχεδόν ασκάλιστα τα περισσότερα.

Δείτε εδώ φύλλα από τα ακτινίδια, μάλλον τα τρύπησε κάποιο χαλάζι
Η κερασιά στο φουλ, μικρά κεράσια αλλά πολύ νόστιμα, ποιος ανεβαίνει; ψήλωσε πολύ για μας, μου φαίνεται, η κερασιά...
Ο πατέρας και η μάνα στο μπαλκόνι. Ήρθε και το καθάρισε το σπίτι, από άκρη σε άκρη. Όλο το χειμώνα μόνο του, στην εγκατάλειψη. Της λέω "να σε αφήσω εδώ μια βδομάδα" "να κάτσω", μου λέει "αλλά φοβάμαι, αν πάθω τίποτα ποιος θα με ακούσει"

Να και το ρολόι, το έφερα δώρο από τη Σοβιετία το 1987
Το κρεβάτι με τα μικρά ξύλινα παράθυρα. Σ' αυτό κοιμόνουνα κι εδώ διάβαζα ακουμπώντας πάνω στο περβάζι του παράθυρου. Αναμνήσεις...

21 Απρ 2009

Πάσχα στο χωριό


Είναι πια καθιερωμένο κάθε χρόνο να κάνουμε το Πάσχα στο χωριό οικογενειακά. Σε σημείο που ακόμα και η χαμηλών τόνων κόρη μου, το εκφράζει με το "πάλι...;;". Είναι και οι γονείς, αλλά είναι και η ομορφιά της άνοιξης που σε κάνει να λες "πάλι". Αν πετύχεις μέρες καλές, όπως φέτος, τότε αποζημιώνεσαι πλήρως.

Τα τελευταία χρόνια έγινε σχεδόν συνήθεια η ανάσταση να βγαίνει νωρίς γιατί ο παπα-Κώστας πηγαίνει και στα άλλα χωριά. Φέτος χτύπησε η καμπάνα στις 8 και η ανάσταση βγήκε στις 9 το βράδυ, γιατί έπρεπε να πάει στη Βράχα για την μεσονύχτια ανάσταση. Διαμαρτύρονται οι χωριανοί. Λένε γιατί να μας αφήνει εμάς, αφού η ενορία του είναι εδώ...; Ας τα βρούνε...

Παλιότερα, αξέχαστες εποχές της μικρής νιότης, η ανάσταση έβγαινε κατά τις 4 το πρωί. Η καμπάνα χτυπούσε κατά τις 2 τη νύχτα. Εμείς, οι εξοχίτες, ξεκινούσαμε πριν χτυπήσει η καμπάνα με το καντήλι ή με πυροφάνια. Βάζαμε ένα τενεκεδάκι στην άκρη του ξύλου, βάζαμε στάχτη και πετρέλαιο ακάθαρτο και το ανάβαμε. Ντουμανιάζαμε στον καπνό μέχρι να φθάσουμε στο χωριό, μέσα στις λάσπες και περνώντας τα ρέματα. Τότε ακόμα βούιζαν τα ρέματα... Αν ήταν καμιά καλή βραδιά, μας συντρόφευαν τα αηδόνια και οι κουκουβάγιες. Οι κουκουβάγιες όταν βλέπουν φως, είναι η χαρά τους...

Πολλές φορές πηγαίναμε από τους πρώτους. Εμείς τα παιδιά πηγαίναμε και στο ιερό να κάνουμε τα θελήματα του παπά-Λία. Το θυμιατό κυρίως και τα μαν(ου)άλια, αλλά και τα καντήλια, τη σόμπα. Μην κοιτάς τώρα που είναι όλα ηλεκτρικά και καίει και το καλοριφέρ... Καντήλια ηλεκτρικά... Πώς να κλάψουν οι εικόνες, καθόλου υγρασία δεν έχει η εκκλησία.

Ο παπά - Λίας, πριν πει το "Δεύτε λάβετε φως", έβγαινε στην ωραία πύλη και ρωτούσε "ήρθαν ούλ';;" Αν είχε έρθει και ο Κουμπουγιαννοστέλιος, τότε ξεκινούσε.
Εμείς τρέχαμε ποιος θα χτυπήσει την καμπάνα για την ανάσταση... αλλά χωρίς τρακατρούκες και βεγγαλικά. Αμάν πια κι αυτή η μόδα... ήρθε και στο χωριό μας τα τελευταία χρόνια και άντε να ηρεμήσουν τα μικρά με τα μπάμ και μπουμ. Χώρια που τα σκυλιά του χωριού κάνουν μια βδομάδα να συνέρθουν. Ο Φλώρος της Ειρήνης χώθηκε μέσα στα λουλούδια από το φόβο του και δεν έβγαινε ούτε την άλλη μέρα.

Το μαρτύριο ήταν ότι έπρεπε να καθήσουμε μέχρι τα χαράματα για να "απολύσει" η εκκλησία και μετά να φύγουμε, μέρα πια, για την εξοχή... με τα μάτια μισάνοιχτα. Και να πρέπει να ανάψουμε και τα καντήλια στην Πανα(γ)ιά... Ενώ τώρα, μόλις βγεί η ανάσταση, δρόμο για το σπίτι και για την ωραία μαγειρίτσα

Ευτυχώς μόνο που εμείς τότε δεν ξέραμε από ψήσιμο αρνιών και τέτοια. Η ζωοφιλία δεν μας επέτρεπε τέτοια θέα, ανοιξιάτικα τα μαναράκια μας να τα σουβλίζεις και να βλέπεις να ιδρώνουν στη θράκα... Μόνο οι σημερινοί αγριάνθρωποι, οι φαταούλες, το έχουν για διασκέδαση. Τέλος πάντων, εμάς μας αρκούσε ο μικρός καπαμάς στο ταψί στη γάστρα, που είχε φροντίσει η μάνα αποβραδίς να βάλει. Όλοι μαζί γύρω από το ταψί, στο τραπέζι, τον σοφρά, με τον παπού να ευλογάει και το τζάκι να καίει τα κούτσουρα, γιατί ο Απρίλης και μάλιστα αρκετά πρωί, ήταν λίγο δροσερός...Πρώτα τσουγκρίζαμε τα αυγά...κατά ηλικία και ζεύγη. Ο παπούς με τη γιαγιά, ο πατέρας με τη μάνα, ο Βαγγέλης με τον Τάσο κι εγώ, ο μικρότερος, με την Ειρήνη και μετά ξανά οι γεροί με τους γερούς...

Ο πατέρας κόλαγε τσόφλια από τα αυγά πάνω από την μπαλκονόπορτα, με τί λέτε εσείς τα κόλαγε;; με βουνιά από την αγελάδα... Ακόμα μου φαίνεται έχει κολυμένα τσόφλια στο σπίτι στην εξοχή.
Αρκετά για το Πάσχα. Άλλη φορά περισσότερα

26 Φεβ 2009

Το χωράφι μας, η Λάκα

Το "χωράφι". Ήταν μια λέξη καθημερινή. Ήταν το πεδίο αναφοράς και πεδίο ορισμού ταυτόχρονα. Ο πλούτος μας. "Πάω στο χωράφι". "Θα κάνουμε χωράφι". "Έχουμε "χωράφι"", που σημαίνει θα οργώσουμε, θα σπείρουμε. Ζούσαμε καθημερινά στο χωράφι. Πόσες φορές δεν κοιμηθήκαμε στις σκιές, στα δέντρα, το καλοκαίρι, ακόμα και βράδια, μέσα στις αυλακιές.

Συνήθως χωράφι με κεφαλαίο λέγαμε το καλύτερο κτήμα. Για μας Χωράφι ήταν η "Λάκα". Ήταν στα πόδια μας, κάτω από το σπίτι. Ήταν ο παράδεισος, γιατί είχε τα πάντα, όλων των ειδών τα κηπευτικά, πολύ καλό καλαμπόκι και τα καλύτερα φασόλια μας, τις πατάτες, τα κρεμμύδια αλλά και όλων των ειδών τα καρποφόρα δέντρα. Δεν του έλειπε τίποτα. Είχε όμως την καλύτερη μεταχείριση και το επέβλεπε προσωπικά η γιαγιά, η οποία περνούσε όλη της τη μέρα σχεδόν στη Λάκα. Αυτή σκάλιζε, πότιζε και επέβλεπε και τις άλλες δουλειές. Ήταν η ζωή της.
Στη φωτο, σήμερα η Λάκα

Καταριόταν αν πλησίαζε κανένα ζώο να "ακουμπήσει" στο χωράφι. "Στάχτ' κι κουρνιαχτός, μπρουσιουταμένου..." Το "μπρουσιουταμένου" σημαίνει "Προυσσοταμένο", δηλαδή ταμένο στο μοναστήρι του Προυσσού...

Ο Βαγγέλης ακόμα θυμάται την μπλάνα που έφαγε από τη γιαγιά, όταν από απροσεξία του η γελάδα μας, η Τσιβούλα, όρμηξε και μπήκε μέσα στη Λάκα, που είχε ένα καλαμπόκι δύο μέτρα... Η Τσιβούλα το είχε μεγάλο καημό να φάει το καλαμπόκι. Όρμηξε με την ουρά σηκωμένη και έκανε τέτοια χαρά, που με τα κερατά της έρριξε το μισό καλαμπόκι καταγής.

Η μεγάλη φάση ήταν όταν θέλαμε να φάμε τα αγγούρια, που εμείς, τα παιδιά, τα τρώγαμε μικρά, τρυφερά, δεν τα αφήναμε να μεγαλώσουν πολύ. Τις αγγουριές η γιαγιά τις φύτευε στη μέση του καλαμποκιού. Δεν ξέρω πού αλλού αυτό βόλευε. Ίσως η αγγουριά να θέλει και λίγο σκιά και ίσως να είναι πολύ φιλική με το καλαμπόκι. Για να μη μας δει η γιαγιά λοιπόν πηγαίναμε σέρνοντας με την κοιλιά ανάμεσα στα καλαμπόκια από την άκρη του χωραφιού μέχρι τις αγγουριές. Αυτό κι αν ήταν απόλαυση. Να τρως τα αγγούρια της γιαγιάς αγένωτα...πάντα με τις φλούδες.

Εμένα χαιδευτικά με έλεγε "ρόζο" ή "κουμπουρόζο", γιατί ήμουνα κοντός και μικρόσωμος σα ρόζος. Μου άρεσε να μου το λέει η γιαγιά. Όπως όταν έβαζα το κεφάλι στην ποδιά της και με έξυνε. Ηταν το τρυφερό χάδι της γιαγιάς. Τότε το κορμί μας από την τρεχάλα -τρέχαμε διαρκώς- και την απλησιά ήταν να το γδάρεις πραγματικά. Έβγαινε "φλούδες" το δέρμα στα χέρια της γιαγιάς...

Ά για το "χωράφι", τη Λάκα, άλλη φορά θα σας πω τί καλλιεργούσαμε και τί δέντρα είχαμε. Δείτε τώρα ένα απο τα υνιά μας για το ξυλάλετρο, που το έσερναν οι αγελάδες. Μια έκπληξη που κρατάω για τον πατέρα μου. Την πρόταση του "Ηλέσιον" να πάμε σύντομα να δουν τα κλήματά μας και να κλαδέψουμε όσα μπορέσουμε. Όσοι θέλετε να 'ρθείτε, έχει δωρεάν φιλοξενία και φυσικά ξενάγηση στα πιο όμορφα. Δηλώστε συμμετοχή και στείλτε μήνυμα ή τηλεφωνείστε, όσοι ξέρετε το τηλέφωνό μου, μέχρι τις 23 Μαρτίου. Θα είναι μια ευκαιρία να περιγράψουμε κι αυτή τη δραστηριότητα και τα είδη των κλημάτων μας. Απλά σας λέω ότι τα κλήματα για μας είναι δέντρα αναριχητικά, αιώνων. Όχι αμπέλια. Αλλά άλλη φορά κι αυτά...

9 Ιαν 2009

Το σπίτι μας στα Πετράλωνα, στην "εξοχή"


Το σπίτι μας...
Κατασκευάστηκε το 1957. Το παλιό ήταν ισόγειο. Ο πατέρας μου είναι ο ίδιος μάστορας, κτίστης. Ήμουνα τριών χρόνων όταν κτίστηκε. Από τις πρώτες εικόνες στη ζωή μου, που έρχονται στη μνήμη μου, είναι η άτυχη στιγμή, όταν έπεσα μέσα σε μια "γούρνα" γεμάτη με νερό (ήταν η γούρνα για την κατάσβεση του ασβέστη στο χτίσιμο), η εικόνα των μαστόρων στη σκεπή, στο τέλος, στον "καβαλάρη" λίγο πριν τα "μαντήλια", το κουβάλημα των πλακών από το "βράχο", στο γάιδαρο, για το σκέπασμα του σπιτιού, αλλά και η δύσκολη στιγμή όταν με έπιασε η αγελάδα μας από τις τιράντες στα κέρατά της και με έκανε βόλτες.

Είναι ανώγιο με δύο μεγάλα δωμάτια, τη σάλα, τζάκια και στα δύο δωμάτια, με τρία μικρά παράθυρα σε κάθε δωμάτιο, και την κουζίνα απέξω. Έχει ξύλινο πάτωμα και ταβάνι, εκτός από τη σάλα, που έχει μόνο μαδέρια, για να κρεμάμε το καλαμπόκι. Το μπαλκόνι, ξύλινο με μεγάλα μαδέρια και η τσιμεντένια σκάλα που κατεβαίνουμε στην αυλή. Εχει ξυλοδέματα, που το κάνουν στέρεο και τα χωρίσματα είναι με "πλεκτό" και σοβά. Τα ξύλα του είναι "δέντρινα" και καστανιές. Λιγότερα κέδρα και ελατίσια

Στο κατώι, ένα μέρος "φιλοξενούσε" τα μεγάλα ζώα μας, τις αγελάδες, το άλογο και τη γαιδούρα, και στο άλλο είχαμε την αποθήκη με τα βαρέλια για το κρασί και για τα τυριά, τις καρδάρες και τα ασκιά με την αρτμή και τις νταμιζάνες με το τσίπουρο
Με τον σεισμό, που έγινε στις 5-2-1966, έπαθε ζημιές. Έπεσε η καμινάδα, έπεσε ένα τμήμα της σκεπής μέσα και ορισμένες πλάκες, άνοιξε στις γωνίες και μας άνοιξε και η σκάλα, απομακρύνθηκε από το σπίτι ελαφρώς... Τις ζημιές τις επισκευάσαμε... Πήραμε βέβαια το δάνειο των σεισμοπλήκτων και φτιάξαμε το 1974 (μετά από οκτώ χρόνια...) το καινούργιο μας σπίτι στο χωριό. Ήταν η αιτία να γίνουμε κι εμείς, οι εξοχίτες, πρωτευουσιάνοι... Μετακομίσαμε στο χωριό, αν και ποτέ δεν νιώσαμε "Πετραλωνίτες". Είμαστε πάντα "εξοχίτες"...

4 Ιαν 2009

Τα έθιμα του γάμου στο χωριό

Δείτε εδώ τα έθιμα του γάμου στο χωριό μας, όπως τα κατέγραψε μια μελετήτρια, η Σταυρούλα Βώβου, το 1968, "με επιτόπια έρευνα" όπως αναφέρεται
http://pergamos.lib.uoa.gr/dl/object/uoadl:4856

3 Ιαν 2009

Το άγαλμα του Διόνυσου

Τυχαία στα πολιτιστικά της χθεσινής ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑΣ (2/1/2009) το μάτι μου έπεσε επάνω στο άγαλμα του Διόνυσου, που βρέθηκε στο Γλα και φιλοξενείται στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο.
Κατά καιρούς μου έλεγε η μάνα μου την ιστορία. Ένα ζευγάρι αγροτών από τη Χόχλια γύρω στο 1935 οργώνοντας το χωράφι τους στην πλαγιά του Γλα, πάνω από τα Λαγέικα, βρήκε το άγαλμα. Και μάλιστα λένε, η αγρότισσα επειδή δεν είχε παιδιά, το έπαιζε στην αγκαλιά της σαν μωρό, χαρούμενη. Η ιστορία περιπλέκεται, αφού αναφέρεται ότι κάποιος "έξυπνος" το πήρε και προσπάθησε να το πουλήσει στο εξωτερικό, αλλά συνελήφθηκε στο καράβι.

Το άγαλμα είναι χάλκινο και το ύψος του είναι 48 εκατοστά. Ο Διόνυσος εμφανίζεται κισσοστεφανωμένος. Το αγαλματίδιο είναι εξαιρετικής κατασκευής, χρονολογείται στην ελληνιστική εποχή και είναι μια ελεύθερη απόδοση ενός αγάλματος του Διονύσου που κατασκευάστηκε σε Εργαστήριο του Αργους κατά τον Ε αιώνα π.Χ., το οποίο ανήκε στη Σχολή του Πολυκλείτου.

Όσο για την προέλευσή του, η αρχαιολόγος Σέμνη Καρούζου συμπεραίνει ότι η μακρά περίοδος της κυριαρχίας των Αιτωλών στους Δελφούς πρέπει να τους εξοικείωσε με τα αργολικά έργα που βρίσκονταν στο Πυθικό Ιερό και ότι αυτό το αντικείμενο τέχνης παραγγέλθηκε πιθανότατα για ένα Αιτωλικό Ιερό.

Στο αγαλματίδιο αυτό επικεντρώνεται το ενδιαφέρον όλων όσοι έχουν ασχοληθεί με την αρχαία ιστορία του νομού μας.

Λέγεται ότι στην αρχαία Οιχαλία, που κατά μια εκδοχή τοποθετείται στον Γλα, κατοικούσαν οι αρχαίοι Δόλοπες, ένα από τα τέσσερα φύλα της Ευρυτανίας. Οι Δόλοπες έκαναν επιδρομές και λεηλασίες στις γύρω εύφορες περιοχές, όπως στην κοιλάδα του Σπερχειού, και οχυρώνονταν στην ακρόπολη του Γλα. Ίσως και το άγαλμα να ήταν αποτέλεσμα μιας τέτοιας επιδρομής...