23 Φεβ 2013

Η βρύση μας στον Πλάτανο, στην εξοχή

Η βρύση μας είναι σε μια απόσταση διακοσίων πενήντα μέτρων περίπου από το σπίτι. Είναι μέσα στο χωράφι του Βασιλείου, το Βασιλέικο.

Όπως μου αφηγήθηκε πρόσφατα ο πατέρας, την έφτιαξε ο παππούς μου, ο Βαγγέλης Σταμέλος, με τον ΣτουκουΣπύρο (Σπύρος Στόκας) γύρω στα 1930. (Ο Σπύρος Στόκας, αδερφός του Γιώργου Στόκα, πατέρας του Νίκου Στόκα, ήταν συγγενής από τη γιαγιά μου, και έμεινε απέναντι από το ποτάμι, κοντά στο γεφύρι, πάνω από το σημερινό χωράφι του Κορέντζελου)

Αριστερότερα από τη
σημερινή κρανιά, που είναι πάνω από τη βρύση, ήταν μια μεγάλη γέρικη καστανιά, που είχε ξεραθεί. Την ξερίζωσαν ξεστρεματίζοντας το χωράφι και την τεράστια ρίζα της την έριξαν στο ρέμα, εκεί που είναι σήμερα η μεγάλη λεύκα. Το ξύλο της καστανιάς είναι σκληρό και ανθεκτικό, σχίζεται εύκολα και δεν προσβάλλεται από μύκητες. Όπως λέει ο πατέρας, από αυτή την καστανιά έβγαλαν 3-4 μεγάλα δοκάρια(κάπως αλλιώς το είπε και δεν το συγκράτησα), το ένα το έχουμε ακόμα στο μπαλκόνι.

Από το ξερίζωμα της καστανιάς προέκυψε η πηγή και μάζεψαν το νερό και το πήγαν με σούελο(=μικρός υπόγειος αγωγός με πέτρες) πιο δεξιά, στη σημερινή θέση όπου έφτιαξαν τη βρύση. Το νερό, ανεξάρτητα αν είναι σε ξένο χωράφι, ανήκει σε όλους. Έτσι είχαμε κι εμείς δικαίωμα και μάλιστα με δρόμο, που περνούσε μέσα από το χωράφι το σημερινό του Κούτρα, τότε του Μυρεσιώτη (που τον έλεγαν Παπαγιώργη) και μέσα από το Βασιλέικο.

[Το νερό ως δημόσιο αγαθό, που σήμερα αμφισβητείται και εμπορευματοποιείται/ ιδιωτικοποιείται, τότε με εθιμικό δίκαιο, ανήκε σε όλους, εσαεί, σε όσους βέβαια βοηθούσαν στην διασφάλισή του και στην κατασκευή της βρύσης.]

Αμέσως μετά έγινε και η γούρνα(=στέρνα) για να ποτίζουν. Την έφτιαξε ο θείος ο Τάσος, που έφερε τα άσπρα αγκωνάρια από το «Δώθε το Καραουλάκι» λίγο πιο πέρα, όπου ήταν ένα μικρό λατομείο, με ένα μεγάλο άσπρο άλογο του ΣτουκουΣπύρου. Η γούρνα γέμιζε τουλάχιστον δύο φορές την ημέρα και ποτίζαμε «με την αράδα» μια βδομάδα εμείς, μια βδομάδα οι Βασιλαίοι και αργότερα ο Σουλτοβάιας ή Βαιάκος(Βάιος Σούλτος), που κράτησε το χωράφι με ενοίκιο.

Επειδή μάλλον ο Παπαγιώργης δεν συμμετείχε στο άνοιγμα της πηγής, την υδρομάστευση και την κατασκευή της βρύσης, δεν δικαιούνταν νερό από τη βρύση. Κάποια δε φορά που πήγαν οι γυναίκες να κόψουν το νερό από το αυλάκι για να ποτίσουν τον κάτω κήπο, ο παππούς μου τους απείλησε, αλλά βγήκε η Παπαγιώργαινα και είπε: εμείς, ναι, δεν δικαιούμαστε από το νερό αυτό.

Η βρύση μας έχει δύο πηγές. Εκτός από αυτή, που λέμε, υπάρχει και μια μικρότερη, δεξιά όπως βλέπουμε την κρανιά, και πολύ κοντά στη βρύση. Η μεγάλη όμως πηγή είναι αυτή που έρχεται με το σούελο και είναι κοντά στην μεγάλη κοτρώνα που ξεχωρίζει στην κορυφή στο χωράφι, στην ευθεία με τον πλάτανο τ’ Κούτρα. Σήμερα κρατάει επιφανειακά μια λούτσα με βούρλα, μια μικρή νεροσυρμή, δείγμα του υπόγειου νερού.

Σπάνια στέρευε ή είχε λίγο νερό, που μας δυσκόλευε να γεμίσουμε. Και αυτό συνέβαινε αν χάλαγε η υδρομάστευση ή είχε διαρροή το σούελο, οπότε έπρεπε να επέμβει ο πατέρας σκάβοντας για να βρει τη ζημιά. Θυμάμαι αμυδρά μια τέτοια περίπτωση που αναγκαζόμασταν να πηγαίνουμε με τη βαρέλα(=μεγάλο κυλινδρικό ξύλινο δοχείο που φυλάσσονταν κυρίως πόσιμο νερό) και τη φτσέλα(=μικρό στρογγυλό ξύλινο σχετικά δοχείο νερού) στο Ζωρέικο να πάρουμε νερό, αρκετά μακρύτερα φυσικά και με ανήφορο…

Ίσα που θυμάμαι, την πέτρινη κούπα της. Κάποια στιγμή πρέπει να χάλασε και την αντικατέστησε ο πατέρας με την ξύλινη πελεκητή, αυτή που έχει ακόμα και σήμερα Ταπεινή, μέσα στη μοναξιά της πια, χωρίς τους νοικοκυραίους που θα την φροντίσουν και τη μάνα που θα τη «ραντίσει» κάθε πρωινό της Πρωτοχρονιάς με όλα τα «καλούδια» της παραγωγής μας: το στάρι, το καλαμπόκι, τα φασόλια, το βούτυρο και το λίπος και τόσα άλλα από τη βασιλόπιτα, προϊόντα που μας έκαναν να νοιώθουμε αυτάρκεις και σίγουροι σε μια κλειστή οικονομία «ιδιοπαραγωγής για ιδιοκατανάλωση»

………
Να μ᾿ απλώνουν
τις φούχτες τους οι άνθρωποι κι ένας ένας
να προσπερνούν. Κι αδιάκοπα να ρέω
τη ζωή, την ελπίδα, τη λάμψη του ήλιου,
του ηλιογέρματος το γαρουφαλένιο
ψιχάλισμα στα όρη, τη χαρά,
τα χρώματα να ρέω του ουράνιου τόξου
και τη βροχούλα της αστροφεγγιάς.
Ώ τί καλά πού ῾ναι σ᾿ αυτόν τον κόσμο!

Από το ποίημα του Νικηφόρου Βρεττάκου
«η βρύση του πουλιού»

Δεν υπάρχουν σχόλια: