
Το σπίτι μας ήταν σκεπασμένο με πλάκες από το βράχο. Πλάκες άσπρες, γκρίζες και στις αποχρώσεις του καφέ και του κόκκινου. Από το Βαθύ το Ρέμα, το Καραουλάκι και τη Σκάλα και, χαμηλότερα, από το Βαενάκι. Προσπαθώ να θυμηθώ το ονόματα από τις περιοχές και τις θέσεις στο Βράχο και στο πουρναρόδασος, δεν μου έρχονται. Τις κουβαλούσε ο πατέρας με τη γαιδούρα, δεν είχαμε ακόμα τότε, το 1957 που έγινε το σπίτι, το άλογο. Το άλογο το αγοράσαμε το 1961. Αλλά κουβαλιούνται τόσες πλάκες από τόσο μακριά; Πρέπει να ήταν μαρτύριο...

Αλήθεια, σκέφτομαι τώρα την στεναχώρια του πατέρα με το σεισμό, 9 χρόνων σπίτι να το βλέπει να πέφτει. Ένα σπίτι, υποτίθεται, φτιάχνεις μια φορά στη ζωή σου. Βέβαια οι ζημιές που έπαθε ήταν σχετικά λίγες, εκτός από τη σκεπή και την καμινάδα, είχε ρωγμές και ανοίγματα στις γωνίες, άνοιξε και η σκάλα μας κι ακόμα δεν έχει κλείσει
Ο πατέρας αποφάσισε λοιπόν τώρα να βγάλει τις πλάκες και να βάλει κόκκινο τσίγκο. Δείτε το αποτέλεσμα στη φωτογραφία. Έφτιαξε και τη σκάλα σιδερένια, έφτιαξε και το μπαλκόνι, άλλαξε τα πέταυρα (=λεπτά σανίδια). Να μείνει λέει το σπίτι αθάνατο, να μείνει κειμήλιο, να έρχεστε να το βλέπετε. Τί να κάνουμε; ό,τι πει ο πατέρας, 90 χρόνων τώρα, μπορείς να του χαλάσεις χατήρι;

Η εγκατάλειψη είναι εμφανέστατη. Η απουσία του ανθρώπου επηρεάζει τα πάντα σε σχέση και με το σπίτι, τα δέντρα, τη χλωρίδα, ακόμα και η μικροπανίδα έχει διαφοροποιηθεί έντονα. Γι' αυτό ο πατέρας κατεβάζει το κεφάλι του και δείχνει στεναχωρεμένος. Τί να κάνουμε; άντε να του εξηγήσεις ότι τα πάντα αλλάζουν, οι εξελίξεις επηρεάζουν τα πάντα, ο άνθρωπος έχει όρια, η ζωή έχει όρια, κι εμείς ζούμε τις εξελίξεις και τα όριά μας