1 Ιαν 2015



Έφυγε και ο πατέρας...

Ο πατέρας μας έφυγε πλήρης ημερών στα 94 του χρόνια. Δεν μπόρεσε να ξεπεράσει το θάνατο της μάνας, πριν 3,5 χρόνια. Του έμεινε η μελαγχολία. Έφυγε «όρθιος» μιλώντας στο τηλέφωνο με τα παιδιά του, τα εγγόνια και τα δισέγγονά του. Τις τελευταίες εβδομάδες, το αλάνθαστο βιολογικό ένστικτο τον προειδοποιούσε ότι πλησιάζει το τέλος. Άρχισε να μας λέει ότι είχε φθάσει ο καιρός να φύγει. Ότι δεν ήθελε να είναι άλλο βάρος... Κοιμήθηκε ήσυχα, αφήνοντας σε μας που τον αγαπούσαμε τη ζεστή εικόνα των τελευταίων μηνών και όμορφες αναμνήσεις δεκαετιών.

Όλα πια είναι μια γλυκιά ανάμνηση. Πάνω από όλα κρατώ την ευχή που μας έδινε όταν φεύγαμε από το σπίτι: «όμορφα». Ήταν μια λέξη που τα περιλαμβάνει όλα, όσα ήθελε να μας πει. Πάντα ήταν λιγόλογος…


- Ρήγας Καππάτος, «Για τον πατέρα μου που έφυγε»

Ο πατέρας μου πέρασε στην αντίπερα όχθη της ζωής.
Ο πατέρας μου πάει με τα ζωντανά του.
Λυπημένος, σιωπηλός κι αθόρυβος
πάει το πλάι-πλάι.
Του φωνάζω. Αλλά εκείνος πάει και πάει
ίδια θλιμμένη ομίχλη.
Ο πατέρας μου είναι το σούρουπο που έπεσε πάνω από το χωριό.
Τον αποχαιρέτησα πριν μέσα στο φέρετρό του,
στο ταπεινό εκκλησάκι του Άη-Λια.
Με τα φρεσκοσολιασμένα παπούτσια του,
κρύον και αδιάφορο μέσα στα πολλά φώτα,
στο λιβάνι και στα κεριά,
στον κόσμο που ήρθε να του πει το στερνό αντίο.
Ήταν τρυφερός με τα ζωντανά,
λυρικός με τα λουλούδια,
ήσυχος με τον κόσμο. ήταν
η απαλή σκιά των παιδικών μου χρόνων.
Εδώ είναι θαμμένα τα γονικά του.
Εδώ που όλα «ενώνονται»
Τα κλήματα τυλίγονται στα φύλλα τους
μέσα στην αυγουστιάτικη λάβρα
κι οι ελιές τυλίγονται στον ίσκιο τους,
αλλά αυτός κρύος και αδιάφορος
με τη νεκρή του μνήμη
είναι σαν να κουράστηκε, σαν ν’ αποχαιρετά.
Πατέρα, σκιά απαλή των παιδικών μου χρόνων.

-Ηλίας Σιμόπουλος, «Ιερή Μνήμη»

Πατέρα μου αγρότη
πως τα ήξερες όλα.
Ν’ ανασταίνεις παιδιά
να φυτεύεις να σπέρνεις
να ποτίζεις τη γη να μιλάς
με τ’ αρνιά με τα δέντρα
ν’ ακούς την ανάσα του χόρτου
να γυρνάς
φορτωμένος τα βράδια στο σπίτι
να σκορπάς τη χαρά και το γέλιο.

-Δημήτρης Αλεξίου, «Στον πατέρα μου»

«Σαν γυρνούσες τη σχόλη
χωρολόγος τάχα
ο κόρφος σου ήταν γεμάτος
πρωτάχλαδα κι αυγόσυκα
σταφύλια με κρουστές ρώγες
από τσαμπουρολόγημα στ’ αμπέλια
(μας έλεγες ψέματα πατέρα)
μύγδαλα ο κούκος σου ολόγιομος
στο χέρι ένα μάτσο χλωρά ρεβίθια
πρόβαλες στο ρουμάνι το βράδυ βράδυ
μισός κλαρί μισός κρασοπουλιό
γελαστός με ανάλαφρη περπατησιά
μύριζες ρείκι, θυμάρι, πατερίλα
απόσταγμα της γενιάς σου
δημιούργημα του καιρού σου.
Υστερότερα όταν σκοτείνιαζε
στον απέραντο θόλο της σκέπης μας
η εκτυφλωτική αστροφεγγιά χάραζε
τις καμπύλες των βουνών και των δέντρων
τότε μας έδειχνες την Πούλια
τον ποταμό του Ιορδάνη, το Άστρι
κι όλα τα σημαδιακά αστέρια
έχοντας τη σιγουριά των προπάππων σου
που με άθιχτο το μαχαίρι στην τσέπη τους
παραμέριζαν μ’ ένα μακρύ ραβδί
κάθε εμπόδιο στην ατραπό της ζωής.»

Δεν υπάρχουν σχόλια: