17 Ιαν 2012

Το χωριό μου το Γαρδίκι, του Θανάση Τσαρού

Γ Υ Ρ Ι Σ Μ Ο Σ

"Κανένας δεν μπορεί να ξεχάσει κείνη τη μέρα, πιο καλά κείνη τη νύχτα, που δέσαμε στα πόδια μας κάποια ελπίδα κι ακουμπώντας στην ευκή του χωριού, πήραμε τη στράτα μακρυά του, φύγαμε από το χωριό.

Ένας άντρας, πατέρας ή μεγαλύτερος αδερφός, μπαινοβγαίνει με το λαδοκάντηλο στο χέρι, πότε στο χαγιάτι κάτι για να βρει, πότε στην καλύβα που τρώει το ζό, πότε στο σπίτι του γείτονα που θάναι συντροφιά.

Μια γυναίκα, μάννα ή μεγαλύτερη αδερφή, σκουντουφλάει από τη μια στην άλλη άκρη του σπιτιού, ψάχνει κάτι για να βρει, παραμιλάει σα νάχασε τα συλλογικά της.

- Πάρε και τούτο παιδάκι μου μαζί σου. Θα σου χρειαστεί εκεί που θα πας.
- Καϋμένη μάννα. Τίποτα άλλο από την ευκή σου δεν μας χρειάστηκε.

Στο παραγώνι ένας γέροντας. Μουρμουρίζει διάτες και ευκές, τσουγκρίζει με τη μασιά τα κούτσουρα στη φωτιά, κάτι θέλει κι αυτός να κάνει σε τούτη την περίσταση. Από την άλλη μεριά, χαλκωματένια τσουκάλια στη γραμμή, τα μικρότερα τ’ αδέρφια, πάνω στο σανιδένιο μιντέρι, με το τσόλι που σκεπάζονταν τη νύχτα ριγμένο στις πλάτες τους, με πλεγμένα τα χέρια πάνω στα λυγισμένα γόνατα, κοιτάνε τον μεγάλο που φεύγει, με ζήλεια ανακατεμένη με απορία, και το μυαλουδάκι τους πλανιέται στους θολούς κόσμους της ξενητιάς, όπως τους έπλασε η φαντασία τους, ακούγοντας τις αφηγήσεις των μεγάλων….

Πόσα χρόνια πέρασαν από τότε; Δεν τα βρίσκεις με το νου. Πρέπει να πάρεις μολύβι και χαρτί να τα λογαριάσεις. Πόσοι έτσι ξεκίνησαν μια φορά κι ένα καιρό και πόσοι σήμερα μπορούν, ας είτανε και με τη σκέψη μοναχά να γυρίζαν στο χωριό;

Να μπορούσε, τα χρόνια να μπαίναν σ’ ένα σακί, κι όταν αποσταίναμε να τ’ ακουμπούσαμε χάμω, να νοιώθαμε το κορμί ανάλαφρο και την ψυχή να πέταγε, όπως τότε, μια φορά κι ένα καιρό, τότε που φύγαμε από το χωριό.

Και να πάρουμε τον ανήφορο τις πλαγιές, τον παλιό δρόμο από το Γαύρο, με πρώτο σταθμό τα Καμπιώτικα τα χάνια. Και κει να ξαποστάσουμε και ν’ ακούγαμε ιστορίες από το γέροντα Χατζή, ιστορίες από το επάγγελμά του, που κάνουνε και φαίνονται μπροστά του οι ήρωες του Καρκαβίτσα άβγαλτα σχολιαρούδια. Να μας λέει πώς στα νιάτα του, έφτασε δουλεύοντας ως τις ακτές της Κίνας. Και κει, σε μια επιδρομή των Γιαπωνέζων πιάστηκε αιχμάλωτος. Και άσχημα θα ξεμπέρδευε αν δεν του περνούσε από το νου να πει πως είναι από τη Σπάρτη πράγμα που το εκτιμήσανε πολύ οι Γιαπωνέζοι και όχι μόνο δεν τον πείραξαν αλλά τον άφισαν να … δουλεύει από κοντά στα τμήματά τους, ώσπου βρήκε την ευκαιρία και τόσκασε. Και από κει, από τις ακτές κοντά στο Βλαδιβοστόκ, πέρασε όλη την Ασιατική και Ευρωπαική Ρωσσία, όλα τα Βαλκάνια κι ήρθε και ακούμπησε σε τούτον εδώ τον τόπο και έγινε Χατζής. Τον ακούμε τώρα να μιλάει για τους τόπους όπου πέρασε, όπου τώρα γίνονται οι μάχες με τους γερμανούς για το Χάρκοβο και το Κίεβο, σαν να περπατάει στα χωράφια του.

Θα ανηφορίσουμε ακόμα, θα φθάσουμε στη Γαβριώβρυση. Θα πιούμε νερό στην πέτρινη κούπα της, θα πλυθούμε στην ξύλινη κουρήτα της. Και παίρνοντας ανάσα θ’ ανεβούμε στην κορφή όπου έχουνε στημένη τη βίγλα τους οι Άγιοι Θεόδωροι που στο καλύβι τους βρίσκουνε απάγκιο οι στρατοκόποι. Από δω φαίνεται όλο στο χωριό. Από δω οι Γερμανοί στην κατοχή το χτυπούσανε μ’ ένα κανόνι. Και θα περπατήσουμε ύστερα τη γραμμή που σημαδεύουν τα «μάρμαρα» κι αναρωτιόμαστε πώς κουβαλήθηκαν δω πάνω τούτοι οι ογκόλιθοι για να χτιστεί τούτο το οχυρό των αρχαίων αιτωλών στην ακρότατη έπαλξη της Δυτικής Στερεάς.

Θα διαβούμε ύστερα τα Χάνια στην άκρη από το χωριό, για ν’ ανεβούμε ψηλά ως τις γυμνές βουνοκορφές, για ν’ αγναντέψουμε ένα χωρίς σύνορα ουρανό, να νοιώσουμε πως φτάσαμε πάνω απ’ όλη τη γης, αλαφρωμένοι από κάθε φορτίο, να καίνε τα ρουθούνια, να φουσκώνουν τα πνεμόνια απ’ τον καθαρό αέρα π’ αναδίνει την ψυχή του τόπου και σηκώνεις τα χέρια σου να χαιρετίσεις τον ήλιο και φτάνουν τα χέρια σου τον ουρανό.

Και χανόμαστε ύστερα μέσα στα πυκνά τα δάση, στα έλατα και τις οξυές κι ακούμε το κάθε ελάτι και την κάθε οξυά, από μια να λέει ιστορία, την ιστορία που χάραξε στη φλούδα τους, κάποιος ξυλοκόπος, κάποιος τσοπάνης, ένας Κλέφτης, ένας Αντάρτης, που στη ρίζα τους έκανε γιατάκι, το κορμί τους τόκανε αντιστήλι, για να στείλει με τη στερνή βροντή του ντουφεκιού του, το στερνό χαιρετισμό τους, στον κόσμο που άφηνε, στον κόσμο που ερχότανε.

Το σούρουπο θα σταματήσουμε αποσταμένοι στον όχτο, θα στρίψουμε τσιγάρο με καπνό από πάνινη σακούλα που θα μας δώσουν ροζιασμένα χέρια γιομάτα χώμα. Και την ώρα που ο αποσπερίτης θα βγει να συγκριθεί με ιδρωστάλες που τρέχουνε σε χαρακιασμένο πρόσωπο, θα μπούμε στο χωριό, συντροφιά με τα κουδούνια και τα τσοκάνια που ο ήχος τους μπερδεύεται με το σβυσμένο κλάψιμο του Γκιώνη, συντροφιά με το φεγγάρι που πρόβαλε στης Γουλινάς τα’ απόκορφο.

Να πάμε στο χωριό, όπως μια φορά κι ένα καιρό."


Τον Θανάση Τσαρό τον θυμάμαι, όπως όλοι πιστεύω στη Λαμία, μικρότεροι και μεγαλύτεροι, που θέλαμε να αλλάξουμε τον κόσμο, εκείνη την εποχή μετά την μεταπολίτευση, ως τον ευγενικό γελαστό φίλο, τον άνθρωπο που ήθελε να είναι συνέχεια με τους νέους, που ήθελε να συμπεριφέρεται ως νέος. Είχε κάνει πολλά χρόνια στη φυλακή και είχε στερηθεί τις χαρές της νιότης.

Τον θυμάμαι και ως δάσκαλο, όταν μαζευόμασταν στο σπίτι του στην οδό Καποδιστρίου, και μας έκανε μαθήματα μαρξιστικής οικονομίας. Είχε σπουδάσει στην ΑΣΟΕΕ, όμως δεν τέλειωσε ποτέ, για ευνόητους λόγους…

Ο αιφνίδιος θάνατός του, στα μέσα της 10ετίας του 80 - δεν θυμάμαι πότε ακριβώς - ήταν ένα μεγάλο χτύπημα για όλους μας και μεγάλη απώλεια.

Το βιβλίο «ΤΟ ΧΩΡΙΟ ΜΟΥ ΤΟ ΓΑΡΔΙΚΙ» ο Θανάσης Τσαρός το έγραψε το 1982 αφιερωμένο στη μητέρα του Ξανθή και στον πατέρα του Νίκο. Μικρό και λιτό, χωρίς φωτογραφίες, έχει δώδεκα μικρά κεφάλαια και εξήντα εννιά σελίδες γεμάτες με συναισθήματα, εικόνες και πληροφορίες για το χωριό και την περιοχή. Το είχε δώσει στην Κίνηση για τον Εκδημοκρατισμό των Ενόπλων Δυνάμεων και το διακινούσε η Τοπική Επιτροπή Λαμίας. Η σφραγίδα της Τοπικής Επιτροπής το επιβεβαιώνει…

Κράτησα και φέρνω εδώ το τρίτο κεφάλαιο με τίτλο: «Γυρισμός». Η θύμηση του Θανάση Τσαρού φέρνει συγκίνηση, αλλά και το ζεστό περιεχόμενο του κεφαλαίου σκορπά σε μας, που μεγαλώσαμε σε συνθήκες ανάλογες, ρίγη συγκίνησης και γλυκιάς νοσταλγίας.

Στέφανος Σταμέλλος



Δεν υπάρχουν σχόλια: