Συνήθως χωράφι με κεφαλαίο λέγαμε το καλύτερο κτήμα. Για μας Χωράφι ήταν η "Λάκα". Ήταν στα πόδια μας, κάτω από το σπίτι. Ήταν ο παράδεισος, γιατί είχε τα πάντα, όλων των ειδών τα κηπευτικά, πολύ καλό καλαμπόκι και τα καλύτερα φασόλια μας, τις πατάτες, τα κρεμμύδια αλλά και όλων των ειδών τα καρποφόρα δέντρα. Δεν του έλειπε τίποτα. Είχε όμως την καλύτερη μεταχείριση και το επέβλεπε προσωπικά η γιαγιά, η οποία περνούσε όλη της τη μέρα σχεδόν στη Λάκα. Αυτή σκάλιζε, πότιζε και επέβλεπε και τις άλλες δουλειές. Ήταν η ζωή της.

Καταριόταν αν πλησίαζε κανένα ζώο να "ακουμπήσει" στο χωράφι. "Στάχτ' κι κουρνιαχτός, μπρουσιουταμένου..." Το "μπρουσιουταμένου" σημαίνει "Προυσσοταμένο", δηλαδή ταμένο στο μοναστήρι του Προυσσού...
Ο Βαγγέλης ακόμα θυμάται την μπλάνα που έφαγε από τη γιαγιά, όταν από απροσεξία του η γελάδα μας, η Τσιβούλα, όρμηξε και μπήκε μέσα στη Λάκα, που είχε ένα καλαμπόκι δύο μέτρα... Η Τσιβούλα το είχε μεγάλο καημό να φάει το καλαμπόκι. Όρμηξε με την ουρά σηκωμένη και έκανε τέτοια χαρά, που με τα κερατά της έρριξε το μισό καλαμπόκι καταγής.
Η μεγάλη φάση ήταν όταν θέλαμε να φάμε τα αγγούρια, που εμείς, τα παιδιά, τα τρώγαμε μικρά, τρυφερά, δεν τα αφήναμε να μεγαλώσουν πολύ. Τις αγγουριές η γιαγιά τις φύτευε στη μέση του καλαμποκιού. Δεν ξέρω πού αλλού αυτό βόλευε. Ίσως η αγγουριά να θέλει και λίγο σκιά και ίσως να είναι πολύ φιλική με το καλαμπόκι. Για να μη μας δει η γιαγιά λοιπόν πηγαίναμε σέρνοντας με την κοιλιά ανάμεσα στα καλαμπόκια από την άκρη του χωραφιού μέχρι τις αγγουριές. Αυτό κι αν ήταν απόλαυση. Να τρως τα αγγούρια της γιαγιάς αγένωτα...πάντα με τις φλούδες.
Εμένα χαιδευτικά με έλεγε "ρόζο" ή "κουμπουρόζο", γιατί ήμουνα κοντός και μικρόσωμος σα ρόζος. Μου άρεσε να μου το λέει η γιαγιά. Όπως όταν έβαζα το κεφάλι στην ποδιά της και με έξυνε. Ηταν το τρυφερό χάδι της γιαγιάς. Τότε το κορμί μας από την τρεχάλα -τρέχαμε διαρκώς- και την απλησιά ήταν να το γδάρεις πραγματικά. Έβγαινε "φλούδες" το δέρμα στα χέρια της γιαγιάς...
Ά για το "χωράφι", τη Λάκα, άλλη φορά θα σας πω τί καλλιεργούσαμε και τί δέντρα είχαμε. Δείτε τώρα ένα απο τα υνιά μας για το ξυλάλετρο, που το έσερναν οι αγελάδες.
