26 Απρ 2011

Πατάτες και κρεμύδια φέτος,
η οικολογική καλλιέργεια στην "Εξοχή"

Φέτος η οικολογική καλλιέργεια στην εξοχή μάλλον θα περιοριστεί στις πατάτες και τα κρεμύδια. Το βλέπω δύσκολο για φασόλια. Το πρόβλημα είναι το νερό. Θέλει δουλειά πολύ να ανοίξουμε το αυλάκι και να μπει το νερό και θέλει και βελτίωση η υδρομάστευση στο ρέμα. Αλλά ποιος μπορεί να πηγαίνει στον Πλάτανο δύο φορές τη βδομάδα για να ποτίζει... Οπότε, ας αρκεστούμε στα λίγα και βλέπουμε. Αν και σκέφτομαι να δοκιμάσω και τα κοντά φασόλια και ό,τι γίνει. Μπορεί να έχουμε δροσερό καλοκαίρι...

Πήγα και έβαλα τις πατάτες, 110 περίπου φωλιές. Για την ιστορία, στις 11 Απριλίου. Καμιά 50αριά φωλιές έβαλα στο χωριό, στον κήπο. Ήταν 25 κιλά σπόρος από την Ένωση της Μακρακώμης. Έβαλα και κρυμύδια. Αρκετά κρεμύδια. Όργωμα και σπορά κατ' ευθείαν με τη βοήθεια και του πατέρα.
Ακλόνητος, όρθιος όλη την ώρα όσο δούλευε η φρέζα, να κοιτάει. Μετά έκανε μόνος τους τις πρώτες αυλακιές και τις πρώτες γούρνες για τις πατάτες.
Θα δούμε το αποτέλεσμα...

"Η εξειδίκευση της παραγωγής και ο εκχρηματισμός της αγροτικής οικονομίας έχει φθάσει στο σημείο να σιγήσει ο αργαλειός της οικογένειας, να εκτοπιστούν τα οικόσιτα γαλακτοπαραγωγικά ζώα, να εκλείψουν οι λιγοστές κότες, να μείνουν χέρσοι οι λαχανόκηποι και όλες οι ανάγκες να καλύπτονται από πλανόδιους και μη εμπόρους. Δεν είναι λογικό ζώντας σε ένα χωριό ή μια κωμόπολη να μην έχεις τον λαχανόκηπό σου για να καλύψεις τις ανάγκες σου και μάλιστα σε υγιεινά προιόντα που όλο και σπανίζουν από την αγορά. Με τα σημερινά μέσα(πχ καταψύκτες) ένα νοικοκυριό της υπαίθρου με λίγη εργασία μπορεί να καλύψει το σύνολο των αναγκών του σε οπωρολαχανικά εκλεκτής ποιότητας όλο το χρόνο" αντιγράφω από το άρθρο του Γιώργου Δαουτόπουλου, καθηγητή Αγροτικής Κοινωνιολογίας του ΑΠΘ με τίτλο ΔΗΜΟΤΙΚΟΙ ΛΑΧΑΝΟΚΗΠΟΙ (εφημερίδα ΠΡΑΣΙΝΗ ΠΟΛΙΤΙΚΗ)

19 Απρ 2011

Στα χρόνια εκείνα της «εξοχής», η ψυχή μου...

Η απουσία του πατέρα και η εγκατάλειψη δημιουργεί προβλήματα "χωρίς επιστροφή", και στο σπίτι και στα χωράφια. Η στέγη που ανασκευάστηκε πέρυσι, εξασφάλισε το σπίτι. Αλλά ο αγροτικός δρόμος έκανε και τη ζημιά του. Έφερε τα νερά δίπλα στον τοίχο και προξένησε μια μικρή κατολίσθηση στην κάτω αυλή. Βούλιαξε ένα τμήμα και έπεσε και το πέτρινο τοιχίο της σκάλας κάτω απ' το μπαλκόνι. Ευτυχώς που είχε την πρόνοια ο πατέρας κι έφτιαξε πέρυσι τη σκάλα σιδερένια. Εκεί βάζαμε τα ξύλα για το τζάκι, το μόνο σημείο που προστατεύονταν από τη βροχή και το χιόνι. Αλλά είχε και την "παραθύρα", που ήταν η φωλιά της κότας. Ανέβαιναν οι κότες να γεννήσουν και ήταν η φωλιά που παίρναμε τα πρώτα αυγά.

Τα περισσότερα δέντρα της αυλής ή ξεράθηκαν ή "έφυγαν" με το βούλιαγμα. Ο φράχτης δεν υπάρχει πια. Εκτός από τις βελανιδιές, είχαμε μια μικρή μουριά και τη συκιά της γιαγιάς. Μια μικρή συκιά με άσπρα σύκα, μικρά, λίγο περίεργα. Όλα πήγαν στο "πλάι". Λέει ο πατέρας ότι δεν είναι σταθερό το έδαφος, γιατί ήταν μπάζα και χώματα από την εκσκαφή του σπιτιού. Το σπίτι όμως είναι πάνω σε βράχο. Πάνω από το σπίτι κάθε χρόνο σχεδόν είχαμε ρήγματα, δίπλα στο "κοτρώνι". Θυμάμαι χαρακτηριστικά με το σεισμό του 1966, έγινε ένα τεράστιο ρήγμα που "έσκαγε" στη γούρνα προς το ρέμα, πάνω από 200 μέτρα μήκος. Μάλιστα ένα μικρό ρήγμα ήταν κάτω από το σπίτι... το βλέπαμε στο κατώι, δίπλα στο παχνί του Ντορή.

Τα δέντρα στο κτήμα ξεραίνονται σιγά σιγά. Η έλλειψη της καλλιέργειας, της περιποίησης και του καλοκαιρινού ποτίσματος είναι βασικές αιτίες. Όμως έτσι κι αλλιώς τα καρποφόρα γερνάνε και πεθαίνουν και θέλουν αντικατάσταση. Κάθε χρόνο ο πατέρας έβαζε κάποια καινούργια ή μπόλιαζε βλαστάρια, περισσότερο καστανιές, αλλά και αχλαδιές και άλλα τέτοια. Μου έλεγε, προχθές, πώς μπόλιασε τις καστανιές στου Χ(ου)λιαροχρήστου, κοντά στο Κακαβούλ(ι). Ήταν 25 Μαρτίου γύρω στο 1970, ζούσε ακόμα ο παπούς, γιατί ήρθε ένας φίλος από την Αγία Τριάδα για τα "χρόνια πολλά" και τον φώναξε η γιαγιά. Έπιασαν όλα τα κεντρώματα και μερικά είναι ακόμα, μεγάλες καστανιές πια. Λέω είναι, γιατί οι καστανιές σχεδόν όλες ξεράθηκαν από την αρρώστια... Δεν μπορέσαμε να κάνουμε τίποτα να τις σώσουμε. Όλο το χωριό έχει πρόβλημα, αλλά και τα γύρω χωριά.

Όλα σχεδόν τα καρποφόρα ξεράθηκαν. Οι μουριές κρατάνε λίγο ακόμα, αν και την μεγάλη, πάνω από το σπίτι, την έκοψαν τώρα που έφτιαξαν τη στέγη• έμεινε σχεδόν κούτσουρο. Όμως είχε φυτέψει τελευταία καινούργιες ο πατέρας και υπάρχει συνέχεια. Με τα μούρα φτιάχναμε το καλοκαίρι το πετιμέζι, μια μορφή μαρμελάδας, νοστιμότατο για τη φέτα.Κορομηλιές ελάχιστες, κερασιές μόνο η μεγάλη στον κήπο έμεινε με τα μικρά κεράσια. Έχει ψηλώσει τόσο πια, που δεν μπορεί να ανεβεί κανένας. Είχαμε τόσες πολλές κερασιές και πάνε όλες. Τα κεράσια ήταν τα πρώτα μας φρούτα. Τρώγαμε ακόμα και τα πράσινα, κι εκείνα ήταν κάπως γλυκά. Η καλύτερη ήταν αυτή στη γούρνα, μέσα στο δρόμο. Μελόκοπα.

Μετά τα κεράσια, έρχονταν τα αχλάδια, τα κορόμηλα, τα δαμάσκηνα, πολλά μαύρα και λίγα άσπρα, τα μικρά βαρδάκια. Δεν ξεχνιούνται ποτέ η κορομηλιά στ' Κούτρα, δίπλα στο αυλάκι, η κορομηλιά στην Ασβεσταριά, με τα αρωματικά της κορόμηλα, μέσα στον τοίχο και στα πουρνάρια, κάτω από το Καλύβι και η κορομηλιά στο Κάτ’ το Κομμάτ'(ι). Τα σύκα και τα σταφύλια ωρίμαζαν σχεδόν μαζί μετά τον δεκαπενταύγουστο. Είχαμε όλων των ειδών τα σύκα, μικρά όμως. Η καλύτερη ήταν η συκιά του παπούλ'(η). Αλλά και στην Πανα(γ)ιά είχαμε πολλές συκιές, κυρίως τα μικρά μελανά.

Μήλα είχαμε αρκετά, τα ξινόμηλα, από τις μεγάλες μηλιές. Αυτά τα αφήναμε για το χειμώνα, πολλά βάζαμε μέσα στο σιτάρι, στο αμπάρι, να ωριμάσουν, να κιτρινίσουν. Πολλές φορές για να τα φάμε τα βάζαμε στη φωτιά και τα ψήναμε. Είχαμε όμως μέχρι το 1965 περίπου -ίσα που τις θυμάμαι- τις μηλιές με τα μεγάλα μήλα στον κήπο. Αυτές δεν μπόρεσαν να κρατηθούν, ξεράθηκαν νωρίς.

Είχαμε αρκετές κυδωνιές με μεγάλα και μικρά κυδώνια, τα αφήναμε να ωριμάσουν καλά. Έφτιαχνε η μάνα γλυκό κυδώνι ή τα ψήναμε στη φωτιά.Τα κάστανα και τα καρύδια ωρίμαζαν στις αρχές Οκτώβρη. Τρώγαμε όλη μέρα, ήταν τόσα πολλά. Τα καρύδια τα μαζεύαμε και τα βάζαμε στην κεράνη για το χειμώνα. Έπαιζαν πολλές φορές και τα ποντίκια κι ακούγονταν να τα σέρνουν στο ταβάνι. Τα κάστανα, μερικά τα απλώναμε να ξεραθούν και τα βράζαμε το χειμώνα ξεφλουδίζοντάς τα και τα άλλα, κυρίως τα ακρίτικα, τα σκεπάζαμε μαζί με τις ζίνες και τα βγάζαμε το χειμώνα και τα ψήναμε στο τζάκι. Διατηρούνταν ακόμα και κάτω από το χιόνι. Στα μέσα του Φθινόπωρου, κατά τον Νοέμβρη, ωρίμαζαν και τα σούβρα. Δεν είχαμε δική μας σουβριά, ήταν δύο θυμάμαι στα Βασιλέικα και η μεγάλη σουβριά του Κουμπουγιάννη. Ά, είχαμε μια μικρή στου Χ(ου)λιαροχρήστου. Τα τελευταία χρόνια έχουμε και τα ακτινίδια. Έφερε ο Τάσος από το Πήλιο 4-5 ρίζες και έκαναν καλή προκοπή. Είναι της νεώτερης εποχής όμως.
Τώρα τα σταφύλια. Ήταν ο ιδιαίτερος πλούτος. Τα κλήματά μας ήταν και είναι παραδοσιακές ποικιλίες ορεινών περιοχών. Η Ευρυτανία ανά τους αιώνες είχε αμπελώνες. Σε κάθε χωριό ακόμα υπάρχει το όνομα «στ' αμπέλια», Εμείς είχαμε τα Αμπέλια κάτω από το χωριό, όχι τόσο προσηλιακό μέρος, αλλά πλαγερό και ιδανικό για αμπέλια.

Τα κλήματά μας ήταν κυρίως ψηλάδια πάνω στα δέντρα και λίγες «κρεβατίνες» ή «κληματαριές». Τα είδη μας: πρωιμάδι, τσ'πάκι, ασπρούδα, κολοκυθάρα, αιτονύχι, γρέντζελο, κρασοστάφυλο, μαυροκρούνα, σιδέρι και το φράουλο. Σίγουρα θα ξεχνάω κάποιο. Το φράουλο πρέπει να είναι αμερικάνικο, μάλλον το έφεραν μετά το πόλεμο με το σχέδιο Μάρσαλ. Είναι τόσο ανθεκτικό και σκληρό σταφύλι, που έκανε μεγάλη επιτυχία. Σήμερα είναι αυτά που μαζεύουμε στην κρεβατίνα στο χωριό. Κάνει καλό κρασί.

Η μεγάλη φασαρία στα κλήματα είναι το κλάδεμα και το μάζεμα. Άντε να κλαδέψεις πάνω στα δέντρα. Το κλάδεμα γίνεται μέσα στο χειμώνα, όταν το φυτό είναι στη χειμέρια νάρκη. Το πολύ και τον Μάρτη. Άντε πάλι να ανεβείς να τα μαζέψεις. Τα μαζεύαμε στον ντρουβά και τα κατεβάζαμε με την τριχιά. Μετά στα κοφίνια και τα φορτώναμε στο γάιδαρο για το σπίτι.
Για τα κλήματα και τα σταφύλια πρέπει να γίνει ειδική αναφορά, διαφορετικά θα αδικήσω την όλη διαδικασία, γιατί ήταν κάτι το ιδιαίτερο, όχι μόνο για μας, αλλά και για όλο το χωριό.