26 Φεβ 2009

Το χωράφι μας, η Λάκα

Το "χωράφι". Ήταν μια λέξη καθημερινή. Ήταν το πεδίο αναφοράς και πεδίο ορισμού ταυτόχρονα. Ο πλούτος μας. "Πάω στο χωράφι". "Θα κάνουμε χωράφι". "Έχουμε "χωράφι"", που σημαίνει θα οργώσουμε, θα σπείρουμε. Ζούσαμε καθημερινά στο χωράφι. Πόσες φορές δεν κοιμηθήκαμε στις σκιές, στα δέντρα, το καλοκαίρι, ακόμα και βράδια, μέσα στις αυλακιές.

Συνήθως χωράφι με κεφαλαίο λέγαμε το καλύτερο κτήμα. Για μας Χωράφι ήταν η "Λάκα". Ήταν στα πόδια μας, κάτω από το σπίτι. Ήταν ο παράδεισος, γιατί είχε τα πάντα, όλων των ειδών τα κηπευτικά, πολύ καλό καλαμπόκι και τα καλύτερα φασόλια μας, τις πατάτες, τα κρεμμύδια αλλά και όλων των ειδών τα καρποφόρα δέντρα. Δεν του έλειπε τίποτα. Είχε όμως την καλύτερη μεταχείριση και το επέβλεπε προσωπικά η γιαγιά, η οποία περνούσε όλη της τη μέρα σχεδόν στη Λάκα. Αυτή σκάλιζε, πότιζε και επέβλεπε και τις άλλες δουλειές. Ήταν η ζωή της.
Στη φωτο, σήμερα η Λάκα

Καταριόταν αν πλησίαζε κανένα ζώο να "ακουμπήσει" στο χωράφι. "Στάχτ' κι κουρνιαχτός, μπρουσιουταμένου..." Το "μπρουσιουταμένου" σημαίνει "Προυσσοταμένο", δηλαδή ταμένο στο μοναστήρι του Προυσσού...

Ο Βαγγέλης ακόμα θυμάται την μπλάνα που έφαγε από τη γιαγιά, όταν από απροσεξία του η γελάδα μας, η Τσιβούλα, όρμηξε και μπήκε μέσα στη Λάκα, που είχε ένα καλαμπόκι δύο μέτρα... Η Τσιβούλα το είχε μεγάλο καημό να φάει το καλαμπόκι. Όρμηξε με την ουρά σηκωμένη και έκανε τέτοια χαρά, που με τα κερατά της έρριξε το μισό καλαμπόκι καταγής.

Η μεγάλη φάση ήταν όταν θέλαμε να φάμε τα αγγούρια, που εμείς, τα παιδιά, τα τρώγαμε μικρά, τρυφερά, δεν τα αφήναμε να μεγαλώσουν πολύ. Τις αγγουριές η γιαγιά τις φύτευε στη μέση του καλαμποκιού. Δεν ξέρω πού αλλού αυτό βόλευε. Ίσως η αγγουριά να θέλει και λίγο σκιά και ίσως να είναι πολύ φιλική με το καλαμπόκι. Για να μη μας δει η γιαγιά λοιπόν πηγαίναμε σέρνοντας με την κοιλιά ανάμεσα στα καλαμπόκια από την άκρη του χωραφιού μέχρι τις αγγουριές. Αυτό κι αν ήταν απόλαυση. Να τρως τα αγγούρια της γιαγιάς αγένωτα...πάντα με τις φλούδες.

Εμένα χαιδευτικά με έλεγε "ρόζο" ή "κουμπουρόζο", γιατί ήμουνα κοντός και μικρόσωμος σα ρόζος. Μου άρεσε να μου το λέει η γιαγιά. Όπως όταν έβαζα το κεφάλι στην ποδιά της και με έξυνε. Ηταν το τρυφερό χάδι της γιαγιάς. Τότε το κορμί μας από την τρεχάλα -τρέχαμε διαρκώς- και την απλησιά ήταν να το γδάρεις πραγματικά. Έβγαινε "φλούδες" το δέρμα στα χέρια της γιαγιάς...

Ά για το "χωράφι", τη Λάκα, άλλη φορά θα σας πω τί καλλιεργούσαμε και τί δέντρα είχαμε. Δείτε τώρα ένα απο τα υνιά μας για το ξυλάλετρο, που το έσερναν οι αγελάδες. Μια έκπληξη που κρατάω για τον πατέρα μου. Την πρόταση του "Ηλέσιον" να πάμε σύντομα να δουν τα κλήματά μας και να κλαδέψουμε όσα μπορέσουμε. Όσοι θέλετε να 'ρθείτε, έχει δωρεάν φιλοξενία και φυσικά ξενάγηση στα πιο όμορφα. Δηλώστε συμμετοχή και στείλτε μήνυμα ή τηλεφωνείστε, όσοι ξέρετε το τηλέφωνό μου, μέχρι τις 23 Μαρτίου. Θα είναι μια ευκαιρία να περιγράψουμε κι αυτή τη δραστηριότητα και τα είδη των κλημάτων μας. Απλά σας λέω ότι τα κλήματα για μας είναι δέντρα αναριχητικά, αιώνων. Όχι αμπέλια. Αλλά άλλη φορά κι αυτά...